Ο μπάσταρδος γιος

Ο Φοίβος Δεληβοριάς είναι ένας καλλιτέχνης που πάντα βλέπει με μία πολύ ρομαντική ματιά το παρελθόν. Αναπολεί τους μεγάλους καλλιτέχνες με τους οποίους γαλουχήθηκε, αλλά δεν πρόλαβε να χορτάσει. Με το τραγούδι του “Ο Μπάσταρδος Γιος” δείχνει να αναγνωρίζει ότι και ο ίδιος, όπως και πολλοί από τη γενιά μας, πάσχει από μία παρελθοντολαγνεία, ότι ίσως να θυμάται το παρελθόν πιο ιδανικό από ότι πραγματικά ήταν.

Ο «Μπάσταρδος γιος» είναι ένα καινούργιο μου τραγούδι, το οποίο μιλάει για την εξιδανίκευση του παρελθόντος εκ μέρους της δικιάς μας γενιάς. Μεγαλώσαμε όλοι με γονείς που μας λέγανε για τις παλιές ταινίες, τα παλιά τραγούδια, τις παλιές πορείες. Ήταν σαν όλα τα ιστορικά γεγονότα να συντελέστηκαν πριν από εμάς. Σε εμάς έμενε ένα παιδικό παρκάκι στο οποίο μαζεύαμε τα τεκμήρια πραγμάτων που δεν έχουμε ζήσει. Έβγαλα και μια φωτογραφία για την αφίσα, όπου είμαι μέσα σε ένα παιδικό πάρκο εγκλωβισμένος με βιβλία για τον Γιώργο Τζαβέλλα ή τους Beatles ή τον Dylan.

Φοίβος Δεληβοριάς (από συνέντευξη στο Protagon)

Δεν έχω ζήσει το «Μπραζίλιαν», το πατάρι του «Λουμίδη»

Το 1938, την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά, τα τρία αδέρφια Λουμίδη, άνοιξαν το νέο καφεκοπτείο τους στην οδό Σταδίου. Στο πατάρι του καταστήματος θα σέρβιραν καφέ ως ένα τρόπο να αυξήσουν το εισόδημά τους. Πολύ σύντομα και χωρίς τα αδέρφια Λουμίδη να το επιδιώξουν, το πατάρι μετατράπηκε σε έναν τόπο συνάντησης για τον πνευματικό κόσμο της Αθήνας. Χατζιδάκις, Γκάτσος, Ελύτης, Θεοδωράκης, Μώραλης, Τσαρούχης ήταν λίγοι μόνο από τους θαμώνες που αντάλλαζαν απόψεις και σχημάτιζαν φιλίες.

έκαστος εις το είδος του κι ο Λουμίδης στους καφέδες

Την δεκαετία του 60, το πατάρι του Λουμίδη άρχισε να παρακμάζει. Οι θαμώνες του ανηφόριζαν προς ένα νέο στέκι, το Μπραζίλιαν καφέ. Το Μπραζίλιαν είχε ανοίξει αρκετά νωρίτερα, το 1933 από τον Ευάγγελο Σαραβάνο, ο οποίος είχε ζήσει για χρόνια στη Βραζιλία, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήρθε τις δεκαετίες του 50 και του 60.

Το Μπραζίλιαν ήταν από τα πρώτα καφέ που φέραν τον εσπρέσσο στην Ελλάδα και μάλιστα δεν είχε θέσεις καθήμενων. Ενώ στην αρχή ο κόσμος της Αθήνας δεν υποδέχτηκε θερμά τον νέο καφέ καθώς ήταν πολύ πικρός, σύντομα αυτό άλλαξε αφού οι Βρετανοί θαμώνες φαίνονταν ενθουσιασμένοι κι έτσι σιγά σιγά άλλαξε και η γνώμη των Ελλήνων.

Τασία, έναν καφέ παρακαλώ

Κώστας Ταχτσής

Με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, και τα δύο ιστορικά αυτά καφέ λάβαν την χαριστική βολή. Οι περισσότεροι θαμώνες έφυγαν στην εξορία, ή απλά σταμάτησαν να πηγαίνουν. Το καθεστώς δεν θα άφηνε χώρους ελεύθερης διακίνησης ιδεών να ανθίσουν.

Δεν έχω ζήσει το «Ακροπόλ», το «Μετροπόλιταν», το «Παρκ»

Τρία ιστορικά θέατρα της Αθήνα.

Το “Ακροπόλ” ιδρύθηκε το 1934 και η ιστορία του έχει ταυτιστεί με την Ελληνική επιθεώρηση. Αυλωνίτης, Σταυρίδης, Σπεράντζα Βρανά, Λειβαδίτης, Βασιλειάδου, Γκιωνάκης είναι λίγα μόνο από τα ονόματα που ανέβηκαν στο θεατρικό του σανίδι. Υπάρχει ακόμα και σήμερα, και τα τελευταία χρόνια φιλοξενεί κυρίως μιούζικαλ.

Το “Μετροπόλιταν” στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ιδρύθηκε το 1948 και λειτούργησε ως η πρώτη θερινή στέγη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Έχει χαρακτηριστεί μνημείο θεατρίκης χρήσης και το ΣτΕ έκρινε ότι η πολιτεία οφείλει να το διαφυλάξει.

Το θέατρο “Παρκ” μεσουράνησε τη δεκαετία του 1950 και έκλεισε το 2012. Ιδρύθηκε από τον θεατρικό επιχειρηματία Θεόδωρο Κρίτα ενώ η κατασκευή του έγινε από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Μεταξά. Ξεκίνησε ως θερινή σκηνή με σκοπό σε δεύτερο χρόνο να δημιουργηθεί μία στέγη και να μπορεί να λειτουργήσει και ως χειμερινό. “Τα κίτρινα γάντια”, “Αλίμονο στους νέους”, “Θα σε κάνω βασίλισσα” είναι λίγα μόνο από τα ιστορικά έργα που ανέβηκαν στο σανίδι του.

Έχασα και τον Αργυρόπουλο και τον Λογοθετίδη
Μα και το Βέγγο στον «Τρελό του Λούνα Παρκ»

Ο Βασίλειος Αργυρόπουλος ήταν θεατρικός ηθοποιός και θιασάρχης. Έχει διακριθεί σε πρωταγωνιστικούς ρόλους για έργα όπως ο Φάουστ, ο Ταρτούφος και ο Μισάνθρωπος, ενώ πολύ ενδιαφέρον έχει και μία μελέτη που έχει εκδώσει με τίτλο “Η τέχνη του ηθοποιού”. Έχει παίξει μόλις σε μία κινηματογραφική ταινία, με τίτλο “Το στραβόξυλο”, όπου έπαιζε τον ρόλου το Νικολάκη Μαυρουλή.

Ο Βασίλης Λογοθετίδης (κατά κόσμον Βασίλης Ταυλαρίδης) είναι από τους πιο σημαντικούς Έλληνες κωμικούς του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ζευγάρι στη ζωή και στη μεγάλη οθόνη με την Ίλια Λιβυκού, μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ήταν “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, “Η κάλπικη λίρα”, “Δεσποινίς ετών 39” και πολλές άλλες. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Λογοθετίδης πρωταγωνίστησε στην θεατρική παράσταση “Θα σε κάνω βασίλισσα”, που είναι η πρώτη παράσταση που ανέβηκε στο Θέατρο Παρκ. Έργο που 8 χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο.

Για τον Βέγγο είχαμε μιλήσει σε άλλο post. Αυτό που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι ότι ο Βέγγος δεν αγαπούσε καθόλου το θέατρο, καθώς τον περιόριζε και θεωρούσε ότι δεν του ταίριαζε.

Παίζω στο θέατρο επειδή έχω ανάγκη από λεφτά. Τίποτα δε με συγκινεί εκεί και δεν έχω σκοπό να συνεχίσω

Θανάσης Βέγγος

Παρ’ όλ’ αυτά, όταν το καλοκαίρι του 1969 τον προσέγγισαν ο θεατρικός επιχειρηματίας Βαγγέλης Λειβαδάς και ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης και κατάφεραν να τον πείσουν να ανεβάσουν ένα έργο κομμένο και ραμμένο πάνω στην περσόνα που είχε δημιουργήσει ο Θανάσης Βέγγος. Έτσι γεννήθηκε ο Θανάσης Απόλας, ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές του Λούνα Παρκ Φαντάζιο. Η παράσταση γνώρισε τεράστια επιτυχία και μεγάλη αποδοχή, τόσο από κριτικούς, όσο και από το κοινό. Σε αυτό συνέβαλλε και ο Δημήτρης Χορν, που ήταν ο πρώτος που μίλησε με μεγάλη θέρμη για αυτήν την παράσταση. Ένα καταπληκτικό αφιέρωμα με πολλές λεπτομέρειες για τον Τρελό του Λούνα Παρκ, είχε ανεβάσει και η lifo, 12 χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου ηθοποιού.

Δεν πήγα στην «Οδό Ονείρων» ή στο απέναντι του Μίκη

Τον Ιούνιο του 1962 διεξήχθη η πιο ιστορική πολιτιστική αναμέτρηση στην ιστορία της Ελλάδος.

Το θέατρο Μετροπόλιταν φιλοξενεί την παράσταση “Οδός Ονείρων” του Μάνου Χατζηδάκι. Πρωταγωνιστή ο Δημήτρης Χορν και εκεί ακούγεται για πρώτη φορά ο περίφημος “Ηθοποιός”. Άλλοι συντελεστές ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, η Μάρω Κοντού, ο Γιώργος Μαρίνος, ο Γιώργος Κωνσταντίνου κ.α.

Την ίδια εποχή, ακριβώς απέναντι στο θέατρο Παρκ, ο Μίκης Θεοδωράκης ανεβάζει το έργο “Όμορφη Πόλη” σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη με το Γρηγόρη Μπιθικώτση, τις αδερφές Καλουτά, τον Γιάννη Βογιατζή κ.α.

Μια άτυπη κόντρα ξεκινάει στο Αθηναϊκό κοινό, με τους αριστερούς να προτιμούν το Μίκη και τους αστούς να τιμούν περισσότερο την παράσταση του Μάνου. Ο Θεοδωράκης αναγκάζεται για λόγους υγείας να φύγει στην Αγγλία, δίνοντας ένα προβάδισμα στη παράσταση του Χατζιδάκι, αλλά καταφέρνει να πείσει τον Καζαντζίδη να εμφανιστεί στην “Όμορφη Πόλη”.

Νικητής δεν υπήρξε σε αυτήν την άτυπη κόντρα, αλλά και οι δύο παραστάσεις έγραψαν ιστορία στο ελαφρό μουσικό θέατρο της δεκαετίας του 60.

Ούτε κατέβηκα σκαλιά προς το υπόγειο του Κουν

Ο Κάρολος Κουν ήταν θεατρικός σκηνοθέτης ο οποίος θεωρείται ο πατέρας του Νεοελληνικού θεάτρου. Ήταν ο πρώτος που ανέβασε έργα ξένων δημιουργών όπως ο Ίψεν, ο Πιραντέλλι, ο Λόρκα, ο Ιονέσκο, ο Μπρέχτ κ.α.

Το 1942 ιδρύει την θεατρική εταιρεία παραγωγής “Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν”. Μέχρι το 1954 περιπλανιέται σε διάφορες φιλικές στέγες, ενώ το 1954 φιλοξενείται στο Υπόγειο του Ορφέα, ένα κυκλικό θεατράκι 220 θέσεων. Αυτό έμελλε να μείνει στην ιστορία ως το “Υπόγειο του Κουν”.

Αν μπω στο ομώνυμό της θέατρο, θα λείπει η Αλίκη

Φυσικά πρόκειται για την Αλίκη Βουγιουκλάκη της επονομαζόμενης και “εθνικής σταρ”.

Το 1935 ανοίγει στην Αθήνα το “Μαξίμ”. Ένα χορευτήριο εμπνευσμένο από το ομώνυμο καμπαρέ του Παρισιού. Το 1949 μετατρέπεται σε κινηματογράφο, διατηρώντας το ίδιο όνομα. Το 1971 θα περάσει στα χέρια της Βουγιοκλάκη, η οποία μαζί με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ θα ανεβάσουν την παράσταση “Οι φυλακισμένοι της δεύτερης λεωφόρου” του Νιλ Σάιμον.

Στου Αττίκ τη «Μάντρα» κι αν φωνάξω, δεν θ’ ακούν

Ένα χρόνο πριν ίσως πολύ λιγότεροι να γνωρίζαν την “Μάντρα” του Αττίκ. Η μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του Δεληβοριά όμως, την έκανε γνωστή στο ευρύτερο κοινό, καθώς οι αναφορές σε αυτήν ήταν πάμπολλες.

Ο Αττίκ λοιπόν ήταν τραγουδοποιός και ερμηνευτής του ελαφρού τραγουδιού στις αρχές του 19ου αιώνα. Σπούδασε μουσική στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε και την επαγγελματική του σταδιοδρομία με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Μια ασθένεια όμως της αδερφής του τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αθήνα.

Το 1930 ιδρύει την Μάντρα του Αττίκ, έναν καλλιτεχνικό όμιλο στον οποίο μετέχουν όχι μόνο τραγουδιστές, αλλά και μίμοι και άλλοι αυτοσχέδιοι παρουσιαστές (οι πρόγονοι των σημερινών stand-up comedians). Μέσα από την Μάντρα αναδείχτηκαν μεγάλα ονόματα, όπως οι αδερφές Καλουτά, η Δανάη, ο Μίμης Τραϊφόρος και άλλοι.

Με το θάνατο του Αττίκ το 1944 ολοκληρώνεται και ο κύκλος της Μάντρας. Πολλοί προσπάθησαν να δημιουργήσουν αντίστοιχα σχήματα, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Πολλά χρόνια αργότερα ο αθεράπευτα ερωτευμένος με το παρελθόν Φοίβος Δεληβοριάς θα δημιουργήσει την “Ταράτσα του Φοίβου”, φανερά εμπνευσμένος από την Μάντρα του Αττίκ. Μία παράσταση που έμπλεκε υπέροχα το τραγούδι, την πρόζα, τα θεατρικά σκετσάκια και τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα. Το 2022, βασισμένος στην ίδια θεματική, θα δημιουργήσει και τη τηλεοπτική σειρά “Τα Νούμερα”, μαζί με τον Σπύρο Κρίμπαλη.

Πατέρα παίρνουν τηλέφωνο
Λένε πως, πατέρα, είσαι νεκρός
Κι εγώ γυρίζω στο σπίτι με τα πόδια
Είμαι ο μπάσταρδος γιος
Κάτω απ’ την άσφαλτο καίει το παλιό χώμα
Και οι ανοιγμένες στοές
Και μες στο σώμα μου κλαίει το παλιό σώμα
Του ανολοκλήρωτου χθες

Την εποχή που ο Δεληβοριάς έγραψε τον Μπάσταρδο Γιο, ο πατέρας του ζούσε (και ζει ακόμα από όσο γνωρίζω τη στιγμή που γράφεται αυτό το post). Η αναφορά του Δεληβοριά είναι εντελώς συμβολική, αλλά πολλοί δεν το εξέλαβαν έτσι.

Ο πατέρας μου δεν μου παραπονέθηκε για τον “Μπάσταρδο γιο” γιατί καταλάβαινε ότι μιλάω εντελώς συμβολικά. Αλλά είχε πλάκα γιατί πολλοί άκουσαν το τραγούδι και  έπαιρναν τη μάνα μου και τη ρωτούσαν

Φοίβος Δεληβοριάς

Δεν έριξα ούτε μια γαρδένια στον Γρηγόρη Μπιθικώτση
Ούτε κινδύνευσε από πιάτο μου η Βίκυ Μοσχολιού

Δεν μπορώ να ξέρω πόσο ήταν τυχαία η σύνδεση του Μπιθικώτση και της Μοσχολιού σε αυτούς τους δύο στίχους, αλλά εγώ δεν μπορούσα να μην αναφέρω την εμφάνισή τους στα Δειλινά όπου τραγούδησαν για πρώτη φορά τον ύμνο της Χούντας. Σε κάθε περίπτωση πάντως το καλλιτεχνικό αποτύπωμα και των δύο ήταν τεράστιο.

Όταν ο Νιόνιος ήταν «Κύτταρο», εγώ ήμουν στο καρότσι

Δεύτερη αναφορά του Μπάσταρδου Γιου, που την συναντάμε και στο Πάρτυ του Λουκιανού.

Μετά τις πρώτες επιτυχημένες εμφανίσεις στην μπουάτ Ροντέο, ο Σαββόπουλος πείθει την Δόμνα Σαμίου να μεταφερθούν στο Κύτταρο και να συνεχίσουν εκεί, τη χρονιά 1972-1973.

Είναι η χρονιές που το Κύτταρο είναι το κέντρο της Ελληνικής ροκ σκηνής, με συγκροτήματα όπως οι Socrates Drank The Conium, Δάμων και Φιντίας, Σιδηρόπουλος, Πουλικάκος, Δέσποινα Γλέζου κ.α. να έχουν μεγάλη απήχηση στην φοιτητική νεολαία της εποχής, μια νεολαία που έψαχνε ενεργά την επανάσταση.

Ιστορική είναι και η ηχογράφηση “Ζωντανοί Στο Κύτταρο – Η Ποπ Στην Αθήνα” που αποτελεί το πρώτο ροκ live album της Ελλάδας.

Δεν είχα τον Ζαμπέτα συνοδεία του φιλιού

Ο Γιώργος Ζαμπέτας ήταν συνθέτης, τραγουδιστής και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Σολιστ του Χατζιδάκι και με συνεργασίες με όλα τα ιερά τέρατα του Ελληνικού τραγουδιού: Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Πλέσσας, Μαρκόπουλος και πολλοί άλλοι.

Ο ίδιος ανέδειξε και μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών, όπως οι Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Μητροπάνος, Μοσχολιού, Κόκκοτας κ.α.

Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια!

Την Κάλλας δεν θυμάται πια της Επιδαύρου μου το αηδόνι

Η Μαρία Κάλλας ήταν υψίφωνος και ίσως η μεγαλύτερη ντίβα που πέρασε από το χώρο του Λυρικού θεάτρου. Το 1953 εμφανίστηκε στην Επίδαυρο όπου και ερμήνευσε την Μήδεια του Κερουμπίνι και αποθεώθηκε από 17.000 θεατές.

Διά την μετάβασίν των εις το αρχαίον θέατρον οι θεαταί εχρησιμοποίησαν 2.250 ιδιωτικά αυτοκίνητα, 120 πούλμαν, 80 λεωφορεία, 10 φορτηγά και 60 δίκυκλα. Καταμετρήθησαν επίσης 70 αυτοκίνητα ξένων διπλωματικών αποστολών

Η Καθημερινή

Και το Αιγαίο μου είναι ανάξιο του «Άξιον Εστί»

Φυσικά εδώ ο Δεληβοριάς αναφέρεται στην ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη, η οποία και του χάρισε το Νόμπελ Λογοτεχνείας, ενώ τα ποιήματα μελοποιήθηκαν και από τον Μίκη Θεωδωράκη.

Καθώς δεν γνωρίζω καμία αναφορά σε “Αιγαίο” στα τραγούδια του Δεληβοριά, εικάζω ότι είναι μια συμβολική αναφορά στο έργο γενικότερα, καθώς το Αιγαίο είναι πηγή έμπνευσης για τον Ελύτη. Το έργο του Δεληβοριά λοιπόν είναι ανάξιο μπροστά στο έργο του Ελύτη, ακολουθεί δηλαδή ο τραγουδοποιός το ίδιο μοτίβο, ότι το παρών είναι ανάξιο του παρελθόντος.

Στη Βουλιαγμένη όσο κι αν έψαξα δε βρήκα Κηλαηδόνη

Η αγάπη του Δεληβοριά για τον Λουκιανό δεν κρύβεται. Νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι της γενιάς μας νιώθουμε μία θλίψη που χάσαμε αυτό το πάρτυ.

Στο Άλσος Παγκρατίου κανείς δε λέει να χτενιστεί

Το Άλσος Παγκρατίου ξεκίνησε να λειτουργεί το 1936 ως ελεύθερος χώρος αναψυχής. Ακόμα και ζωολογικός κήπος υπήρχε τότε, ο οποίος καταστράφηκε αργότερα, στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής.

Για δεκατίες το άλσος αποτελούσε πόλο έλξης για τους κατοίκους, καθώς μέσα λειτουργούσαν θέατρο, κινηματογράφος, καφενείο, περίπτερο και παιδική χαρά. Το 1977 αποφασίστηκε η ανάπλαση του άλσους, κατεδαφίστηκαν όλα τα παραπάνω κτίσματα με σκοπό να φτιαχτεί αναψυκτήριο και καινούρια παιδική χαρά. Τελικά μετά από διάφορες διαμάχες (με εμπλοκή και της εκκλησίας), το άλσος κατέληξε στη σημερινή του μορφή, όπου υπάρχουν παιδική χαρά και γήπεδα μπάσκετ.

Υποθέτω ότι ο Δεληβοριάς θυμάται μια εποχή όπου το θέατρο, ο κινηματογράφος και το καφενείο του άλσους δημιουργούσαν μία ζωντανή πολυ-πολιτισμική ατμόσφαιρα, μία ρομαντική εποχή που στα μάτια του δημιουργού ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη σημερινή.

Πατέρα παίρνουν τηλέφωνο
Λένε πως, πατέρα, είσαι νεκρός
Κι εγώ γυρίζω στο σπίτι με τα πόδια
Είμαι ο μπάσταρδος γιος
Κάτω απ’ την άσφαλτο καίει το παλιό χώμα
Και οι ανοιγμένες στοές
Και μες στο σώμα μου κλαίει το μικρό σώμα
Του ακόμα αγέννητου χθες

Μία εικόνα που έχει τυπωθεί στο μυαλό σου σαν παιδί, δύσκολα θα βρεθεί κάτι στην ενήλικη ζωή σου που να την ξεπεράσει. Πάντα τα παγωτά που τρώγαμε παιδιά θα είναι πιο νόστιμα, οι διακοπές που κάναμε μικροί πιο διασκεδαστικές και η μουσική που ακούγαμε στα νιάτα μας πολύ καλύτερη. Πάντα θα υπάρχει το πάρτυ του Λουκιανού και η Μάντρα του Αττίκ που δεν προλάβαμε να πάμε. Και τα παιδιά μας ίσως να νιώσουν την ίδια θλίψη που δεν πρόλαβαν την Ταράτσα του Φοίβου, ένα live του Αγγελάκα ή μια συναυλία του Λεξ.

I wish there was a way to know you’re in the good old days before you’ve actually left them.

Andy Bernard

Leave a comment