Το μακρινό 1994 ο Δημήτρης Μετζέλος και ο Μιθριδάτης σχηματίζουν τα Ημισκούμπρια. Το 1995 προσχωρεί στο συγκρότημα και ο Πρύτανης για να δημιουργηθεί τελικά το σχήμα που όλοι γνωρίζουμε. Ένα χρόνο μετά, θα κυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ με τον ευφυέστατο τίτλο “30 χρόνια επιτυχίες”. Το καλοκαίρι του 2002 θα κυκλοφορήσουν σε συνεργασία το “Πάμε όλοι μαζί σε μία παραλία” με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα.
Φίλες και φίλοι γεια και χαρά
Είστε συντονισμένοι στον μοναδικό σταθμό
που έχει μείνει στα FM yeaaaa
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 είχαν αρχίσει να πληθαίνουν οι φωνές που ζητούσαν να επιτραπεί η ιδιωτική ραδιοφωνία, καθώς τότε υπήρχε μόνο κρατική. Μετά τις αυτοδιοικητικές του 1986 όπου στις μεγάλες πόλεις επικράτησε η ΝΔ, οι δήμαρχοι της Αθήνας Μιλτιάδης Έβερτ, της Θεσσαλονίκης Σωτήρης Κούβελας και του Πειραιά Ανδρέας Ανδριανόπουλος ξεκίνησαν την προσπάθεια δημιουργίας ιδιωτικού δημοτικού ραδιοφώνου. Εν τέλη, το 1987, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα αναγκαστεί να θεσμοθετήσει τη μη κρατική ραδιοφωνία. Ο πρώτος νόμιμος μη κρατικός ραδιοσταθμός ήταν το Κανάλι Ένα 90,6 στον Πειραιά.
Στις αρχές της δεκαετίας του 90, κάπου στις αρχές της Λεωφόρου Πεντέλης, στον πρώτο όροφο, λειτουργεί ένας μικρός σταθμός στους 93,9 μεγακύκλους, ο Space FM. Εκεί εργάζεται ως ραδιοφωνικός παραγωγός ο νεαρός Δημήτρης Μετζέλος, κάνοντας μία εκπομπή για το hip hop. Μέσω αυτής της εκπομπής γνώρισε τον Μιθριδάτη, ο οποίος τότε είχε ένα συγκότημα, τους Τar N Feathers.
Σήμερα η θερμοκρασία αναμένεται
να φτάσει στους 48 βαθμούς Κελσίου
Η υψηλότερη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ελλάδα είναι 48 βαθμοί Κελσίου, στις 10 Ιουλίου του 1977, στην Ελευσίνα.
Γι’ αυτό πάμε όλοι μαζί
σε κάποια παραλία
Πάμε όλοι, πάμε όλοι, πάμε όλοι, σε μια παραλία
Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, να πνιγεί η θεία
Πάμε όλοι μαζί
Σε μια παραλία
Θα `χω πάντα μαζί
Τη θεία τη Λία
Πάμε όλοι μαζί
Σε όμορφη πλαζ
Βάλτε στο σώμα λάδι
Να σας κάνω μασάζ
Κυριακή γιορτή και σχόλη
όλη η αστυφιλία
Ξεκινάω μεσημεράκι
για μπανάκι παραλία
Το 1966 κυκλοφορεί η ταινία “Η κόρη μου η σοσιαλίστρια” με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.
Όταν η Λίζα Δέλβη κανονίζει μία εκδρομή για να καλοπιάσει τους υπαλλήλους του πατέρα της, κατά τη διαδρομή στην παραλία και όσο στις καρότσες των φορτηγών, τους τραγουδάει το “Η Κυριακή” σε μουσική Γιώργου Ζαμπέτα και στίχους Αλέκου Σακελλάριου.
Μπήκαμε και `μεις
στο Μοσχοβιτς το μπεζ
Μόσκβιτς (Moskvitch) είναι Ρωσική αυτοκινητοβιομηχανία που είχε μεγάλη επιτυχία κατά την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Η λέξη Moskvitch σημαίνει Μοσχοβίτης, θέλοντας έτσι να δηλώσει την προέλευση των οχημάτων. Η αυτοκινητοβιομηχανία πτώχευσε το 2006 και αρκετές από τις εγκαταστάσεις πέρασαν στην Renault, αλλά το 2002 η Μόσχα τα ξαναγόρασε με σκοπό να την αναστήσει.



Φορώντας τσιγκανέιρο
τα Nike τα κορτέζ
To 1972 ο συνιδρυτής της Nike, Bill Bowerman, θέλει να σχεδιάσει ένα παπούτσι για τρέξιμο που να είναι άνετο και ανθεκτικό. Σχεδιάζει ένα απλό λευκό παπούτσι με το χαρακτηριστικό λογότυπο της Nike να καταλαμβάνει όλη την πλαϊνή πλευρά και να κάνει έντονη αντίθεση σε κόκκινο χρώμα.
Προσπαθεί αρχικά να το κυκλοφορήσει ως Nike Aztec, αλλά νομικά προβλήματα δεν επιτρέπουν να χρησιμοποιηθεί το όνομα, οπότε καταλήγουν στο Nike Cortez. Το παπούτσι είχε άμεσα επιτυχία τόσο στους αθλητές, όσο και στο ευρύτερο κοινό, που βρήκε ένα όμορφο αθλητικό που μπορούσε να φοράει κάθε μέρα.


Μετά από 50 χρόνια, τα Cortez συνεχίζουν να κυκλοφορούν και να απολαμβάνουν μεγάλης αποδοχής.
Σταλόνε κόμπρα το γυαλί
και κάλτσα ως το γόνυ
Μαγιό φαρδύ βερμουδικό
κι ο κώλος μου παγώνει

Όποιος ήταν ζωντανός στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και είχε τηλεόραση, ξέρει τι σημαίνει Cobra. Ο Σιλβέστερ Σταλόνε, μετά το “Rocky” και το “Rambo”, μας χαρίζει το 1986 τον Μάριον Καμπρέτι, έναν αστυνομικό που δε μασάει — κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το “Cobra” είναι η αποθέωση του machismo, της υπερβολής και των Ray-Ban Aviators — που, φυσικά, είναι και το «γυαλί» του στίχου. Φοράει τζιν κολλητό, γάντια χωρίς δάχτυλα, έχει σπίθα στο βλέμμα και μια οδοντογλυφίδα που δε λέει να αποχωριστεί.
KGB το κασετόφωνο να παίζει Καζατζό
Πάλι έσβησε ο διάολος τράβηξε το τσοκ
Το «τράβηξε το τσοκ» είναι ένα από εκείνα τα πράγματα που αν δεν τα ‘χεις ζήσει, δεν εξηγούνται. Αν όμως έχεις μεγαλώσει σε γειτονιά όπου τα σαραβαλάκια του ’80 ήθελαν ειδική τελετουργία για να πάρουν μπρος — με τάμα στην Παναγία, δύο στροφές το κλειδί, και το τσοκ στο κατάλληλο σημείο — τότε ξέρεις ακριβώς για τι μιλάμε.
Το choke (ή τσοκ) ήταν εκείνη η μικρή ντίζα στο ταμπλό, που την τραβούσες όταν το αμάξι ήταν «κρύο», για να μπει περισσότερο καύσιμο στον κινητήρα και να μην σβήσει με το καλημέρα. Κλασικό σκηνικό: ο μπαμπάς με το Lada ή το Renault 5 να τραβάει το τσοκ και να φωνάζει «μην του δίνεις γκάζι ακόμα!» ενώ το αμάξι μυρίζει βενζίνη μέχρι την απέναντι πολυκατοικία.
Φραπεδιέρα Τελεμάρκετινγκ ρουφάω το κατράμι
Μαύρο το ταριφόχερο έξω από το τζάμι

Στο μπακ σιτ η θεία λειώνει από το μεγάλο κώλο
Απ’ το βάρος της το Μόσχοβιτς έχει γίνει Λόλο
Η Κίνα είναι τρελή, μας φεύγει το κακό
Ουρά από αμάξια ένα τείχος Σινικό
Η κατασκευή του Σινικού Τείχους ξεκίνησε πριν από περίπου 2.300 χρόνια, την εποχή των κινεζικών δυναστειών, με στόχο να προστατεύσει την Κίνα από τους βαρβάρους εισβολείς. Βέβαια, μέχρι να ολοκληρωθεί το Τείχος, οι εισβολείς είχαν βρει άλλους τρόπους να μπουν, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Το συνολικό μήκος του ξεπερνά τα 21.000 χιλιόμετρα και παραμένει ακόμα ένα από τα πιο εντυπωσιακά ανθρώπινα έργα, ορατό ακόμα και από το διάστημα — κι ας είναι τελικά αυτό ένας από τους μεγαλύτερους αστικούς μύθους που όλοι λατρεύουμε να πιστεύουμε.
Μποτιλιάρισμα μεγάλο φαίνεται από δορυφόρο
Για να κουνήσω ρόδα ακολουθώ ασθενοφόρο
Κι όταν φτάνω παραλία μετά 40 χρόνια
Έχουν πιάσει θέση παρκινγκ τσιγγάνοι με πεπόνια
Παρκάρω πίσω πέφτουν πάπιες σούπερ ντομινό
Κι αγκαζάρω την πετσέτα με τον Τιτανικό
Να σκουπίσω το κωλίνι με τη φάτσα του Ντι Κάπριο
Και με τα μούτρα της κυράς του το νυχάκι μου το σάπιο
Ο Τιτανικός δεν ήταν απλώς μια ταινία — ήταν φαινόμενο. Στους ελληνικούς κινηματογράφους, ο κόσμος έκανε ουρές για να ζήσει το δράμα του Τζακ και της Ρόουζ σε 3 ώρες και 15 λεπτά. Οι εφημερίδες γέμιζαν με αφιερώματα, τα τηλεοπτικά κανάλια με ρεπορτάζ για το «πώς να δεις τον Τιτανικό χωρίς να κλάψεις» και το κομμάτι My Heart Will Go On της Σέλιν Ντιόν έπαιζε σε κάθε ραδιόφωνο.
Ο Ντι Κάπριο πήρε το ρόλο του Τζακ και έγινε το πρόσωπο που γέμισε αφίσες, σχολικά τετράδια, και εφηβικούς τοίχους. Βέβαια, το απόλυτο joke παραμένει το πώς η Ρόουζ αρνήθηκε να κάνει χώρο στο κομμάτι του ξύλου για να κρατηθεί και ο Τζακ, δημιουργόντας ένα meme που ζει ακόμα και σήμερα.

Σαν τον Ντέιβιντ Χάσσελχοφ ορμώ στην παραλία
Και σούρνω για σωσίβιο τη θεία μου τη Λία
Αν υπάρχει ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να συνοψίσει ολόκληρα τα ελληνικά καλοκαίρια των 90s, αυτός είναι σίγουρα ο Ντέιβιντ Χάσσελχοφ. Το Baywatch, με τις ατελείωτες slow-motion σκηνές του, τις κατακόκκινες σημαδούρες και τα καλογυμνασμένα κορμιά, μπήκε στην ελληνική καθημερινότητα σαν μια guilty τηλεοπτική απόλαυση που κανείς δεν παραδεχόταν ότι βλέπει, αλλά όλοι το έκαναν.

Ο Χάσσελχοφ δεν ήταν απλά ο πρωταγωνιστής — ήταν η ψυχή του Baywatch, ο άνθρωπος που έτρεχε ακούραστα με τρίχα στο στήθος που αψηφούσε κάθε φυσικό νόμο, για να σώσει τον κόσμο από το κακό που μπορούσε να συμβεί μόνο σε παραλίες με τόσο τέλειες αμμουδιές. Η εικόνα του έγινε τόσο iconic, που δεν υπήρχε περίπτωση να πας στην ελληνική παραλία και να μη σκεφτείς, έστω για λίγο, ότι αν κάτι πάει στραβά, μπορεί να πεταχτεί από κάπου ο Χάσσελχοφ με το κόκκινο σωσίβιο, έτοιμος να σου σώσει τη θεία Λία.
Πάμε όλοι μαζί
Σε μια παραλία
Θα `χω πάντα μαζί
Τη θεία τη Λία
Πάμε όλοι μαζί
Σε όμορφη πλαζ
Βάλτε στο σώμα λάδι
Να σας κάνω μασάζ
Φοράω το μαγιό του μίστερ Λαβερμάνα
Ακούω στο γουώκμαν την Κόπα την Καμπάνα
Το γουώκμαν είναι μια από τις πιο γλυκές αναμνήσεις που κουβαλάω από τα καλοκαίρια της δεκαετίες του ’80 και του ’90. Ήταν το απόλυτο gadget που μπορούσες να έχεις μαζί σου — στην παραλία, στο ΚΤΕΛ, στη βεράντα, ή όταν πηγαινοερχόσουν στο φροντιστήριο, φορούσες ακουστικά και ένιωθες cool.
Το Walkman της Sony ήταν η πρώτη πραγματικά φορητή συσκευή που έφερε τη μουσική σε ατομικό επίπεδο, με εκείνες τις θρυλικές πορτοκαλί σφουγγαρένιες ακουστικάρες που έλιωναν απ’ τον ιδρώτα τον Αύγουστο, και τις κασέτες που έγραφες μόνος σου, κολλημένος πάνω απ’ το ραδιόφωνο περιμένοντας να παίξει η επιτυχία του καλοκαιριού.
Όσο για τις μπαταρίες; Μιλάμε για ολόκληρη τελετουργία: αν τελείωναν, απλά τις έτριβες στα χέρια σου ή τις έβαζες στο ψυγείο, πιστεύοντας ακράδαντα ότι έτσι φορτίζουν και θα παίξουν λίγο ακόμα. Ήταν η εποχή που η μουσική ήταν προσωπική υπόθεση — που ένιωθες επαναστάτης γιατί άκουγες στο Walkman σου τη μουσική σου, τη δικιά σου μουσική, χαμένος στον μικρό σου κόσμο, μέχρι που μάσαγε τη κασέτα και σου διέλυε τη μέρα.
Σήμερα το γουώκμαν είναι πια αντικείμενο ρετρό λατρείας, απόλυτα καλτ σύμβολο μιας εποχής που μας δίδαξε ότι η μουσική αξίζει και λίγο κόπο.
Και όσο για την Κόπα Καμπάνα…
Το Copa Cabana κυκλοφόρησε το 1978 και έκανε θραύση στην Ελλάδα των επόμενων δεκαετιών, είτε ως αγαπημένη κασέτα στο αμάξι του θείου σου που νόμιζε ότι είναι disco king, είτε ως soundtrack σε ατέλειωτα καλοκαιρινά πάρτι με φοίνικες από πλαστικό. Το τραγούδι αφηγείται μια ιστορία αγάπης, πάθους, αλλά και τραγωδίας στο θρυλικό κλαμπ Copacabana της Νέας Υόρκης, με τη Λόλα και τον Τόνι σε πρωταγωνιστικό ρόλο — αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, λίγοι στην Ελλάδα είχαν προσέξει τους στίχους πέρα από το ρεφρέν.
Τρώω τη μπανάνα παγουρίνο με καλούα
Κολλάω και με σάλιο την ψεύτικη τατούα (ρε μάνα)
Φοράω το πουκάμισο το τζαμαϊκανούα
Έχει επάνω τον Βεσπούκι, Πυγμαίους και Παπούα
Στα 80s τα τατουάζ δεν ήταν ούτε μόδα ούτε κάτι μόνιμο. Ήταν απλώς ένα δώρο-έκπληξη μέσα στα πακέτα με τις τσίχλες, που για να το φορέσεις έπρεπε να κάνεις την ύψιστη θυσία: να το σαλιώσεις γενναία και να το πιέσεις με όλη σου τη δύναμη στο μπράτσο, στο μάγουλο ή, αν ήσουν πολύ τολμηρός, στο μέτωπο.
Η διαδικασία είχε κάτι το επικό: άνοιγες το πακετάκι της Big Babol (Bubble), κολλούσες πάνω σου δράκους, αετούς, ποδοσφαιριστές ή αυτοκίνητα που έδειχναν πάντα πιο εντυπωσιακά πάνω στο χαρτάκι απ’ ό,τι στο δέρμα σου. Και φυσικά, το αποτέλεσμα ήταν συνήθως θλιβερά ασταθές, γιατί είτε η μισή εικόνα δεν κολλούσε σωστά, είτε ξεφλούδιζε σε λίγα λεπτά.
Ακούω ένα αμάξι να κορνάρει, ούα ούα
Βλέπω ραστοκέφαλο τον φίλο Μετζελούα
Μου λέει πάμε μέσα ρε φίλε Μιθριδάτα
Γιατί έχω τσεκάρει κάτι κορμιά γαμάτα
Γυμνόστηθα μοντέλα με κόφτες δελτα φλος
Στο βάθος Legalize από τον Peter Tosh
Ο Peter Tosh ήταν ιδρυτικό μέλος των Wailers, μαζί με τον Bob Marley και τον Bunny Wailer. Εκεί όπου ο Marley έγινε το διεθνές πρόσωπο της ρέγκε, ο Tosh παρέμεινε πιο ωμός, πιο πολιτικός, και πολύ πιο θυμωμένος. Ο Marley τραγουδούσε για ειρήνη και ενότητα — ο Tosh φώναζε για καταστολή, αποικιοκρατία και δικαιοσύνη. Ήταν ο πιο «ανυπόμονος» της ρέγκε τριάδας, και το Legalize It (1976) ήταν το σόλο ντεμπούτο του που έκανε το μπαμ.
Στην Τζαμάικα της δεκαετίας του ’70, η χρήση μαριχουάνας (ganja) ήταν άρρηκτα δεμένη με τη Ρασταφαριανή κουλτούρα, αλλά και με τον αγώνα κατά της καταστολής — από την αστυνομία, από την εκκλησία, από το αποικιοκρατικό κατάλοιπο που έβλεπε στο “χόρτο” εχθρό της τάξης. Ο Tosh, με τη βαθιά, κοφτή φωνή του, δεν ζητούσε. Απαιτούσε: Legalize it, don’t criticize it.
Υπάρχουνε σκληράνθρωποι σαν να `ναι μπετονιέρες
Με προσόψια του στρατού που `χουν απ’ τις σφαίρες
Έχει γαμώ τις μέρες τι το θέλεις το μπουφάν
Η φίλοι σου η φαν, όχι είναι οι ΟΝΕ
ΑΜΑΝ τα Καθάρματα Κανάκης Καλυβάτσης
Κι αυτός στο ψαροκάικο πρέπει να είναι ο Λάτσης
Ο μύθος ότι το Α.Μ.Α.Ν. σημαίνει “Αντώνη Μας Άφησες Νωρίς” είναι από εκείνα τα αστικά παραμύθια που κόλλησαν πάνω σε μια γενιά όπως το αυτοκόλλητο τατού με σάλιο: δεν ήταν ποτέ αληθινό, αλλά όλοι το πίστεψαν — και λίγο το αγαπήσαμε γι’ αυτό.
Η ιστορία πάει ως εξής: ο Αντώνης Παράρας, βασικός συντελεστής του Κομφούζιο, πεθαίνει από λευχαιμεία το 1997 σε ηλικία μόλις 30 ετών. Η απώλεια του πέφτει βαριά σε όσους συμμετείχαν στο πρότζεκτ, και ειδικά στον Αντώνη Κανάκη, που αργότερα δημιουργεί μαζί με τον Σωτήρη Καλιβάτση την επόμενη φάση: αυτή των Α.Μ.Α.Ν. Τα Καθάρματα. Κάπου εκεί αρχίζει να κυκλοφορεί η ιδέα ότι τα αρχικά του τίτλου είναι αφιερωμένα στον Αντώνη: Αντώνη Μας Άφησες Νωρίς.

Αν και συγκινητικό, το ακρωνύμιο αυτό δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ από τους δημιουργούς. Ο Κανάκης, μάλιστα, έχει ξεκαθαρίσει σε συνεντεύξεις ότι το όνομα “Α.Μ.Α.Ν.” δεν σημαίνει απολύτως τίποτα — ή μάλλον σημαίνει αυτό που ακούγεται: “Αμάν!”, η κραυγή του σαρκασμού, του απηυδισμένου χαβαλέ, της στιγμής που το σύμπαν χάνει την μπάλα και το μόνο που σου μένει να πεις είναι ΑΜΑΝ ρε φίλε.
Κοίταξε, είναι κάτι που κατέβασε η κούτρα μου όσο ήταν ζωντανός ακόμα ο φίλος μας. Στη συνέχεια, όμως, οι τηλεθεατές μας το έφτιαξαν έτσι. Όχι, δεν ήταν για αυτό αλλά έγινε στην πορεία για αυτό
– Σωτήρης Καλιβάτσης
Ο μύθος όμως επιβίωσε γιατί ήταν όμορφος. Έδενε τη νέα σατιρική προσπάθεια με την παλιά. Έδινε βάθος σε κάτι που φαινομενικά ήταν απλώς αστείο. Και μέσα στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90, όπου το ίντερνετ δεν υπήρχε για να ξεκαθαρίσει τίποτα, τέτοιες ιστορίες ταξίδευαν στόμα με στόμα — και κάποτε γίνονταν αλήθεια απλώς επειδή μας βόλευε να τις πιστέψουμε.
Να κι ο Μπατσινίλας μ’ Αργεντίνα μπειγουότσα
Θα `ναι η ξαδέλφη του Χουν Ραμον του Ρότσα
Ώπα, ώπα, ώπα, ο Ρότσα, μεγάλε ο Ραμόν δεν είχε ξαδέλφη
Ο Ραμόν είναι θεότητα της Αιγύπτου που έκανε γκραφίτι στις πυραμίδες,
βρες κάτι άλλο
Να κι ο Μπατσινίλας μ’ Αργεντίνα μπειγουτσα
Θα `ναι η ξαδέλφη του Καραπιάλη
Εδώ μπαίνουμε στο θεϊκό πάνθεον του ελληνικού ποδοσφαίρου των late ’80s και early ’90s — τότε που τα μουστάκια είχαν πιο πολλή προσωπικότητα από τους μάνατζερ, και οι φανέλες κολλούσαν πάνω σου από τον ιδρώτα και το πάθος, όχι γιατί ήταν slim fit.
Υπήρξε μια εποχή που το ελληνικό ποδόσφαιρο μύριζε χώμα, τσιμέντο και φτηνό after shave. Ήταν τα χρόνια που κάθε πόλη είχε και μια ομάδα-καμάρι: η Καλαμάτα, ο Παναιτωλικός, ο Αθηναϊκός, ο Εθνικός Αστέρας. Ομάδες με ονόματα που έμοιαζαν να έχουν βγει από ημερολόγιο του ’52, με γήπεδα κολλημένα σε προσφυγικές πολυκατοικίες και κερκίδες τόσο κοντά στον αγωνιστικό χώρο που μπορούσες να φωνάξεις στον τερματοφύλακα… και να γυρίσει.
Ήταν κι η εποχή του ΠΡΟΠΟ. Ένα μικρό ιερό χαρτί με δεκατριάδες, διπλές, και «στήλες» που έκανες με τόση αγωνία λες και προγραμμάτιζες εκτόξευση. Αν είχες inside info για το Απόλλων Καλαμαριάς – Αναγέννηση Άρτας, ήσουν βασιλιάς του σαββατοκύριακου. Το ΠΡΟΠΟ είχε την ίδια αίγλη με το ντέρμπι — και το ίδιο ποσοστό απογοήτευσης.

Αυτό ήταν το ποδόσφαιρο πριν τα drones και τις φυσούνες: ένας χειροποίητος κόσμος, γεμάτος ιδρώτα, πάθος και μικρές μυθολογίες. Ένας κόσμος όπου το να δεις τον Μπατσινίλα να τρέχει με τη φανέλα βαρύτερη από τον ίδιο, ήταν ό,τι πιο επαγγελματικό είχες φανταστεί.
Μπάσκετ με τον Γκάλη εδώ παίζουνε ρακέτα
Ο Νίκος Γκάλης δεν ήταν απλώς μπασκετμπολίστας — ήταν η ανθρώπινη απόδειξη ότι ένα άθλημα μπορεί να αλλάξει μια χώρα. Μέχρι να εμφανιστεί, το μπάσκετ στην Ελλάδα ήταν κάτι μεταξύ «άθλημα που παίζουν οι ψηλοί και οι Αμερικάνοι» και «η εναλλακτική στο ποδόσφαιρο όταν δεν έχεις μπάλα». Μετά τον Γκάλη, όλοι ήθελαν να γίνουν shooting guards.

Όταν ήρθε από την Αμερική το 1979, κανείς δεν περίμενε ότι αυτός ο κοντοκουρεμένος τύπος με τη φωνή καρτούν θα γινόταν θρύλος. Αλλά έγινε. Με τον Άρη σάρωσε τα πάντα στα 80s, έφτιαξε την πρώτη πραγματικά μεγάλη μπασκετική ομάδα στην Ελλάδα και γέμισε γήπεδα που μέχρι τότε είχαν μόνο πανηγύρια και εθνικές επετείους.
Το big bang όμως ήρθε το 1987, με το Ευρωμπάσκετ. Η Ελλάδα, η χώρα του «δεν πειράζει τα παιδιά προσπαθήσανε», σηκώνει το κύπελλο στην Αθήνα και ο Γκάλης γίνεται εθνικός ήρωας. Η φωνή του Συρίγου γίνεται soundtrack. Και τα παιδιά μαθαίνουν να πίνουν γάλα ΑΓΝΟ
Αντί για τη μπιτ τη σοκοφρέτα, πιάσε πέτα
Φέτα μες στα τάπερ κεφτεδάκια ντολμαδάκια
Σόκο! Φρέτα! Πιάσε! Πέτα!
Κουβαδάκια και σκατάκια για να παίζουν τα παιδάκια
Κατουράνε στα ρηχά να ζεσταίνουν τα νερά
Αν κολλήσω μικιτία θα τα ρίξω στην κυρά
Βουτάω στα απόβλητα, οξέα χημικά
Και βγαίνω έξω τζόκερ με μόνιμη χαρά
Μετά νταμπλ μιξ σκουπίδι και τσιγάρο
Κανένας δεν ακούει πια τον καλό το γλάρο
Όχι σκουπίδια, όχι σεξ, όχι καπότες σε θάλασσες και ακτές
Παλιοτυροβρομίκουλοι, με το χλίμπι χλίμπι στα δάχτυλα των ποδιώνε
O γλάρος-μασκότ της καμπάνιας “Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές”, εμφανιζόταν σε κοινωνικά μηνύματα στην ΕΡΤ και μας εξηγούσε — με φωνή λίγο αυστηρή, λίγο δασκαλίστικη — πώς να φερόμαστε σωστά στην παραλία.
Η τηλεοπτική καμπάνια με τον «καλό τον γλάρο» ήταν δημιούργημα της HELMEPA — της Ελληνικής Ένωσης Προστασίας Θαλάσσιου Περιβάλλοντος, μιας από τις πρώτες οργανώσεις που τόλμησαν να βάλουν την οικολογία στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η HELMEPA ιδρύθηκε το 1982 με πρωτοβουλία του ναυτιλιακού κόσμου και στόχο να προστατεύσει τις θάλασσες από τη ρύπανση — αρχικά από τα πλοία, αλλά πολύ σύντομα και από… εμάς τους ίδιους. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, σε μια Ελλάδα που μόλις είχε μάθει τι είναι το σουπερμάρκετ και το πλαστικό ποτήρι, η HELMEPA βγήκε μπροστά με την πιο cult καμπάνια ευαισθητοποίησης που φτιάχτηκε ποτέ:
«Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές».
Πάμε όλοι μαζί
Σε μια παραλία
Θα `χω πάντα μαζί
Τη θεία τη Λία
Πάμε όλοι μαζί
Σε όμορφη πλαζ
Βάλτε στο σώμα λάδι
Να σας κάνω μασάζ
Πάμε όλοι(πάμε όλοι),
πάμε όλοι(πάμε όλοι),
πάμε όλοι(πάμε όλοι), σε μια παραλία
Στη θάλασσα(στη θάλασσα), στη θάλασσα(στη θάλασσα), στη θάλασσα(στη θάλασσα), να πνιγεί η θεία
Έτσι πρέπει παιδάκι μου ουοο ουοοο yeaaa!!!!!!!!!!!!!
Και κάπως έτσι, μέσα από μπανάνες παγουρίνο, τσόκαρα «τσιγκανέιρο», θεία Λία και σοκοφρέτες που πετάνε σαν φρίσμπι, οι Ημισκούμπρια κατάφεραν κάτι που λίγοι καταφέρνουν: να συμπυκνώσουν όλο το ελληνικό καλοκαίρι των ‘90s σε έξι λεπτά τραγούδι. Όχι καλοκαίρι σαν γυαλισμένη εικόνα σε περιοδικό, αλλά το πραγματικό, το χύμα, το με ρακέτα και άμμο παντού, με παππού να βρίζει από την ξαπλώστρα και πλαστικά τάπερ να αχνίζουν στον ήλιο. Το «Πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία» δεν είναι τραγούδι — είναι φωτογραφικό άλμπουμ από εποχές που βρωμούσαν αντηλιακό καρύδα και λίγο ιδρώτα, αλλά είχαν και κάτι από ελευθερία. Πιάσε πετσέτα, λοιπόν. Και πέτα.


Leave a comment